Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

Γονίδια της ελευθερίας …και της αυτοκαταστροφής


-Ο μεξικανός Χόρχε Βόλπι γράφει μια εντυπωσιακή αλληγορία με φόντο το τέλος της Ιστορίας-


γράφει ο Μιχάλης Μοδινός*




Οι συγκλίνουσες όψεις της παγκοσμιοποιημένης αγοράς περιγράφονται μέσω των διαδρομών ποικίλων ηρώων ανατολικής και δυτικής κοπής στο φιλόδοξο αυτό  μυθιστόρημα  -  μια τοιχογραφία του ύστερου εικοστού αιώνα. Μόνο που τελικά τον λόγο έχουν τα …γονίδια.
---------------------------------------------------
 
Χόρχε Βόλπι, Η Εποχή της Στάχτης,  μτφ. Λεωνίδας Καρατζάς,
 σελ. 649, Ω
KEANIΔA 2011
     Ο Χόρχε Βόλπι(1968) είναι ιδιάζουσα περίπτωση στο τρέχον λογοτεχνικό στερέωμα. Η εκπλήσσουσα παραγωγικότητά του συμβαδίζει με  στροφή της πλάτης στην ατζέντα του λατινοαμερικάνικου μαγικού ρεαλισμού, ενασχόληση σε βάθος με την επιστήμη και την τεχνολογία, εμβύθιση σε ποικίλους γεωγραφικούς χώρους, ανάλυση των μειζόνων θεμάτων της εποχής, ανάμιξη δοκιμιακών και μυθοπλαστικών μορφών, άντληση θεματικών γραμμών από μια ευρύτατη ποικιλία ζητημάτων. Ο κοσμοπολιτισμός του παντρεύεται με υπαρξιακά και επιστημολογικά ζητήματα, ενώ η πολιτική είναι πανταχού παρούσα. Τον είχαμε γνωρίσει με το Αναζητώντας τον Κλίνγκσορ (επίσης από την ΩΚΕΑΝΙΔΑ), μια φαουστικού τύπου πραγμάτευση των ορίων της επιστημονικής ηθικής αντλημένη από το παράδειγμα της ναζιστικής Γερμανίας.
     Εδώ γίνεται ακόμη πιο φιλόδοξος. Η συγκλίνουσα πορεία των Αμερικανών και Σοβιετικών ηρώων του  δεν συμβαίνει σε ένα ιστορικό κενό. Τα μείζονα γεγονότα του ύστερου εικοστού αιώνα περιγράφονται με ενάργεια για να δώσουν όχι απλώς το κοινωνικοοικονομικό  πλαίσιο που εγκιβωτίζει τους ήρωες και τη δράση τους αλλά και το αντίστροφο:  για να ερμηνευθούν με βάση τις ατομικές συμπεριφορές, δηλαδή τους ποικίλους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι κάνουν Ιστορία ακόμη και εν αγνοία τους. Κύριος παράγων η κληρονομικότητα, μας λέει ο Βόλπι. Είναι τα γονίδια που μας κάνουν επιθετικούς, επεκτατικούς, άπληστους, εγωιστές και νάρκισσους με όσα τούτα συνεπάγονται για τη δημόσια σφαίρα. Όσο κι αν το περιβάλλον επικαθορίζει τις συμπεριφορές, όσο και αν  πολιτισμικού τύπου παράμετροι μας διαφοροποιούν, τα γονίδια έχουν τον τελευταίο λόγο. Αυτή είναι η κεντρική παραδοχή και εν μέρει εμμονή του. Προς τούτο μάλιστα αφιερώνει μεγάλο μέρος του βιβλίου στην χαρτογράφηση του ανθρώπινου γονιδιώματος, στην  κούρσα για κέρδη και κυριαρχία από τους κύκλους της βιοτεχνολογίας και τις φαρμακευτικές εταιρείες,  εντέλει στην εμπορευματοποίηση της ζωής.
   Δομημένο σε τρεις πράξεις, το βιβλίο εκκινεί με το «ατύχημα» του Τσερνόμπιλ, (κατά σύμπτωση εξαιρετικά επίκαιρο) θεωρούμενο ως το κατ’ εξοχήν γεγονός που ανέδειξε την ανημπόρια του σοβιετικού καθεστώτος και προανήγγειλε την κατάρρευσή του. Η εκ των έσω περιγραφή των συνθηκών ζωής στην πρώην σοβιετική αυτοκρατορία, οι σταλινικές εκκαθαρίσεις, οι εκτοπίσεις, η νομενκλατούρα, η πίστη στην υπεροχή του συστήματος και τα σχετικά περιγράφονται μετά λόγου γνώσεως. Το ίδιο γίνεται με την διαδικασία  εκδημοκρατισμού, την περεστρόικα και την γκλάσνοστ, την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας, την αναβίωση των παμπάλαιων εθνοτικών και θρησκευτικών διαφορών, τον πόθο του εκδυτικισμού, τον άκρατο καταναλωτισμό, το πλιάτσικο και την κοινωνική εκπόρνευση που ακολούθησαν την Πτώση του Τείχους. Ο Βόλπι αποδίδει με εξαιρετική ζωντάνια την ζωή στην ΕΣΣΔ από τα χρόνια της σταλινικής κυριαρχίας μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα. Ήρωές του ένας επιφανής βιολόγος που εκτοπίζεται όταν αρνείται να αποκρύψει τις συνέπειες της διαρροής άνθρακα από ένα εργαστήριο βιολογικών όπλων, για να γίνει αντικαθεστωτικός, συνοδοιπόρος του Ζαχάρωφ, οπαδός του Γέλτσιν, λάτρης της ελεύθερης αγοράς, διαμεσολαβητής κατά την εκποίηση της σοβιετικής υποδομής και συμμέτοχος σε μια αμερικανική βιοτεχνολογική εταιρεία. Η σύζυγός του, επίσης βιολόγος, που θα αφιερωθεί στην αποκατάσταση του συζύγου της για να τον δει να θριαμβεύει ως μέλος της μετασοβιετικής μαφίας. Και η κόρη τους που παραμελημένη από τους γονείς και την Ιστορία, βρίσκει καταφύγιο στην ποίηση  της Άννας Αχμάτοβα, αποδρά στο μακρινό Βλαδιβοστόκ για να δολοφονηθεί από Κορεάτη μαφιόζο.
   Στον αντίποδα, έχουμε  τους Αμερικανούς. Προεξάρχουσα φιγούρα η Τζέννιφερ, γόνος καλής οικογενείας, σημαίνον στέλεχος του ΔΝΤ που αδυνατεί να κατανοήσει τον Τρίτο Κόσμο του χρέους, της διαφθοράς και της ανισότητας. Οι αποστολές της στο Ζαΐρ, το Μεξικό και  την Σοβιετική Ένωση αναδεικνύουν τις αποστάσεις του κόσμου μας, αν και η σύγκλιση προς την αφηρημένη αλληγορία του καπιταλισμού μοιάζει να πλησιάζει. Η αδελφή της Άλλισον  βρίσκεται στην άλλη όχθη. Αναρχική, μέλος της Greenpeace, συμμετέχει στην αποστολή του Rainbow Warrior  στον Ειρηνικό κατά των γαλλικών πυρηνικών δοκιμών, παρίσταται στην βύθιση του πλοίου, συλλαμβάνεται αργότερα ως μέλος της οικοτρομοκρατικής οργάνωσης Εarth First! και εγκαταλείπει τον γιό της στην πλούσια αδελφή όταν εντάσσεται σε ΜΚΟ που εργάζονται σε παλαιστινιακό καταυλισμό στα Κατεχόμενα, όπου και θα βρει τραγικό θάνατο από ισραηλινή μπουλντόζα. Τέλος έχουμε την υπερσεξουαλική ουγγρικής καταγωγής Εύα, αστέρι της πληροφορικής, ερωμένη του κυνικού Τζακ Γουέλς συζύγου της Τζένιφερ, που πέφτει θύμα των ερωτικών εμμονών του αφηγητή της ιστορίας, ενός Ρώσου συυγραφέα, τίμιου και ρομαντικού.
   Λειτουργούν όλα τούτα αφηγηματικά;  Αναμφισβήτητα ναι. Τα μικρά κεφάλαια, τα μπρος πίσω της αφήγησης, η εκτύλιξη και εντέλει συμπλοκή των παράλληλων ιστοριών, η καλή γνώση των γεωγραφικών χώρων και των υπό πραγμάτευση ιστοριών κατασκευάζουν ένα μυθοπλαστικό/ δοκιμιακό υβρίδιο που απεικονίζει τις μεγάλες τραγωδίες του αιώνα με φόντο το Τέλος της Ιστορίας. Ο Βόλπι  υποβάλλει την ιδέα ότι –όπως θα έλεγε και ο Ούλριχ Μπεκ- ζούμε σε μια κοινωνία της διακινδύνευσης, όπου το αύριο δεν μοιάζει με απλή προέκταση του σήμερα, ο κίνδυνος είναι δομικό στοιχείο της κοινωνικής εξέλιξης,  οι αγορές δίνουν τον τόνο, και  η απομυθοποίηση των ιδεολογιών είναι γεγονός. Κι αν οι προσωπικές συμπεριφορές των πρωταγωνιστών δεν είναι πάντα πειστικές ας του το συγχωρήσουμε: προέχει η ένταξη της δράσης στο πλαίσιο της Μεγάλης Ιστορίας που εντέλει την πλάθει η ελεύθερη βούλησή μας.
     Η μετάφραση του Λεωνίδα Καρατζά εξαιρετική.

Περιβαλλοντολόγος, γεωγράφος και μηχανικός ο Μιχάλης Μοδινός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950. Θεωρητικός και ακτιβιστής του οικολογικού κινήματος, συνεργάστηκε με διεθνείς οργανισμούς, δίδαξε σε ακαδημαϊκά ιδρύματα ανά τον κόσμο, ενώ υπήρξε ιδρυτής και εκδότης της Νέας Οικολογίας, πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Περιβάλλοντος και διευθυντής του Διεπιστημονικού Ινστιτούτου Περιβαλλοντικών Ερευνών. Στο δοκιμιακό - ερευνητικό του έργο περιλαμβάνονται τα βιβλία "Μύθοι της ανάπτυξης στους τροπικούς" (Στοχαστής), "Από την Εδέμ στο καθαρτήριο" (Εξάντας), "Τοπογραφίες" (Στοχαστής), "Το παιγνίδι της ανάπτυξης" (Τροχαλία) και "Η αρχαιολογία της ανάπτυξης" (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Από το 2005 στράφηκε συστηματικά στην λογοτεχνία και την κριτική της. 
Από τις εκδόσεις Καστανιώτη έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά του "Χρυσή ακτή", 2005, "Ο μεγάλος Αμπάι", 2007, "Επιστροφή", 2009 (βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη Ακαδημίας Αθηνών) "Η σχεδία", 2011 (Διάκριση της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων και υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Λογοτεχνικό Βραβείο) και "Άγρια Δύση - μια ερωτική ιστορία", 2013.
To προτελευταίο βιβλίο "Τελευταία έξοδος: Στυμφαλία" (2014) κυκλοφόρησε από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας.
Το τελευταίο βιβλίο του "Εκουατόρια" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

Ο Νότος, ο Βορράς και η ανθρώπινη περιπέτεια

Μια ερωτική ιστορία φυγής προς τον Νότο αντιπαραβάλλεται με τη μεταναστευτική ροή προς τον Βορρά, απεικονίζοντας τα ευρωπαϊκά διλήμματα

γράφει ο Μιχάλης Μοδινός


Το έργο του έχει αποσπάσει πολλά βραβεία, με σπουδαιότερο το Γερμανικό Βραβείο Λογοτεχνίας (2016) για το βιβλίο «Οταν δεν το περιμένεις»
Το πέρασμα των Αλπεων είχε ανέκαθεν βαρείς συμβολισμούς και καθοριστικές πρακτικές διαστάσεις για τους Γερμανούς. Ο ιταλικός και ο γαλλικός Νότος είλκυσαν στα ιστορικά χρόνια τις παραδασόβιες αγροτικές κοινότητες του Βορρά που εγκαθίσταντο εκεί για να καλλιεργήσουν περισσότερο ηλιόλουστες γαίες. Είλκυσαν και ολόκληρες φυλές που διεκδικούσαν τα πλούτη και τις παραγωγικές δυνατότητες της Ρώμης. Οι Λομβαρδοί, οι Γότθοι, οι Φράγκοι, είτε αθόρυβα, ειρηνικά και συστηματικά είτε μέσω πολεμικών πρακτικών, εισέβαλαν υπό όλες τις δυνατές μορφές εποικισμού ή κατάκτησης, προσεταιρισμού ή ενσωμάτωσης. Αργότερα, και κυρίως μετά την Αναγέννηση, ήταν ο πολιτισμικός πλούτος της Ιταλίας που πήρε τ' απάνω χέρι. Καλλιτέχνες και συγγραφείς ονειρεύονταν ταξίδια μύησης στη Ρώμη και τη Φλωρεντία, τουλάχιστον τόσο όσο οι προσκυνητές και οι κληρικοί. Ανάμεσά τους ο Γκαίτε που ανήγαγε το πέρασμα των Αλπεων σε τελετουργία και που θεωρούσε το ταξίδι στη ράχη ενός μουλαριού τον καλύτερο τρόπο για να παρατηρεί κανείς απερίσπαστος το φυσικό και ανθρωπογενές τοπίο σε όλη του τη μεγαλοσύνη.

Αρχετυπικές συγκινήσεις
Αυτά μέχρι να φτάσουμε στη σύγχρονη εποχή του μαζικού τουρισμού που πέρασε διάφορες φάσεις μέχρι τη σημερινή απρόσκοπτη διάσχιση των ευρωπαϊκών συνόρων. Εντούτοις, φαίνεται ότι το ατομικό ταξίδι στον Νότο παράγει ακόμη και στις μέρες μας αρχετυπικές συγκινήσεις, αντλώντας από τη μυθολογία, σύγχρονη όσο και παλιά. Οι δύο ήρωες της αφήγησης του Κίρχοφ αποδρούν με έναν απλοϊκό αυθορμητισμό από τη Νότια Βαυαρία για να διασχίσουν τα αυστριακά και ιταλικά σύνορα ώς την Κατάνια και την Ταορμίνα της Σικελίας, σε μια απόπειρα αναζήτησης της νιότης και του έρωτα, «εκεί που δεν το περιμένουν».
Είναι δύο ώριμοι ηλικιακά άνθρωποι, που ζουν μόνοι σε ένα οικιστικό συγκρότημα στις γερμανικές απολήξεις των Αλπεων, έχοντας εγκαταλείψει την αστική ζωή και πουλήσει τις φθίνουσες επιχειρήσεις τους. Ιδιοκτήτες ψαγμένου καπελάδικου εκείνη (ονόματι Λεώνη) και ενός μικρού εκδοτικού οίκου εκείνος (ο Ράιτερ), είναι και οι δυο θύματα της μαζικοποίησης των προϊόντων που άλλοτε διακινούσαν. Στην έτι ευημερούσα Ευρώπη των ημερών μας ζουν ακόμη με κάποιο στυλ, αν και σε σχεδόν απόλυτη απομόνωση, όπως τόσοι και τόσοι ομοειδείς τους, κάνοντας βόλτες ή επισκεπτόμενοι την τοπική λέσχη ανάγνωσης, της οποίας η Λεώνη είναι μάλιστα η συντονίστρια. Ετσι θα έρθει και σε επαφή με τον Ράιτερ, καλώντας τον να παρευρεθεί σε μια δημόσια συζήτηση, ως γνωστό άνθρωπο των γραμμάτων.
Θα αποδειχθεί όντως περίεργη η βραδιά που του χτυπάει το κουδούνι, έπειτα από παρατεταμένους δισταγμούς. Ο Ράιτερ θα αποδεχθεί το δώρο της ανθρώπινης παρουσίας, ενώ η Λεώνη δέχεται να καθήσει, να πιει το κρασί του και να καπνίσει τα τσιγάρα του. Οι εκμυστηρεύσεις δίνουν και παίρνουν. Αποδεικνύεται ότι η Λεώνη έχει εγκαταλειφθεί από τον πρώην της, πατέρα τής κόρης της. Η νεαρή μάλιστα πήρε τον «κακό δρόμο» και τελικά αυτοκτόνησε κοντά στα τριάντα της. Την τραγική αυτή εμπειρία η Λεώνη την έχει απεικονίσει σε ένα άτιτλο μικρό βιβλίο που ο Ράιτερ δανείστηκε από τη βιβλιοθήκη. Η δική του πάλι τραυματική ανάμνηση έχει να κάνει με την άρνησή του να γίνει πατέρας, κάτι που επέφερε τη ρήξη με την πρώην σύντροφό του. Κατά τα χαράματα, πάντως, αποφασίζουν να ζήσουν μια περιπέτεια - να ανηφορίσουν μέσω της κοιλάδας προς κάποια αυστριακή λίμνη για να δουν μαζί την ανατολή -, αφού καταφέρουν βεβαίως να βάλουν μπρος το παρατημένο και καλυμμένο από χιόνι παλιό κάμπριο BMW της Λεώνης.

Η απογοήτευση
Ετσι αρχίζει το ταξίδι προς τον Νότο. Η αυστριακή λίμνη τούς απογοητεύει, οπότε διασχίζουν τα σύνορα και ταξιδεύουν από σταθμό σε σταθμό της Οτοστράντα, προμηθευόμενοι τις απαραίτητες αλλαξιές, τρώγοντας πρωινό, παίρνοντας έναν άβολο υπνάκο μέσα στο αυτοκίνητο κ.ο.κ., σαν να πρόκειται για το φυσιολογικότερο πράγμα στον κόσμο. Εχουν ανακαλύψει τη δύναμη της ανάκλησης - σαν να ξαναζούν προγενέστερες εμπειρίες τους. Ο Ράιτερ - διά μέσου του οποίου ο συγγραφέας μάς επιτρέπει να παρακολουθήσουμε τον μετασχηματισμό τους σε νεότερους φυγάδες - προβάλλει στη σημερινή γερασμένη Λεώνη τα αρχέτυπα καλύτερων εποχών και παρομοίως εισπράττει τις δικές της αντιδράσεις. Είναι άλλωστε αυτός που χρησιμεύει ως ξεναγός, ως γνώστης της Ιταλίας, ενώ η Λεώνη αποδέχεται ευχάριστα τον παθητικό ρόλο του θηλυκού δέκτη. Δεν βλέπουν ο ένας στον άλλο τους περιορισμούς ή τα εξωτερικά σημάδια της ηλικίας. Ξεκλέβουν ματιές στην Αδριατική, στο Ιόνιο, αργότερα στον κόλπο του Τάραντα και στα Στενά της Μεσσήνης (εκεί τοποθετούνται εν είδει μυθικής γεωγραφίας οι ομηρικές Σκύλλα και Χάρυβδη) ζώντας τη φυγή ως έρωτα.
Καθ' οδόν, ωστόσο, συναντούν το αντίρροπο ρεύμα της ανθρώπινης περιπέτειας: από σταθμό σε σταθμό, ομάδες μεταναστών με τα μπογαλάκια τους βαδίζουν προς το επίκεντρο του ευρωπαϊκού ονείρου, στήνοντας τις σκηνές τους δίπλα σε συνοριακούς σταθμούς ή βενζινάδικα. Ο Ράιτερ μάλιστα, σε μια αυτονόητη επίδειξη ανθρωπιστικού πνεύματος, θα δώσει τα τρόφιμα που μόλις αγόρασαν σε έναν άραβα πάτερ φαμίλια που κατηγορείται από έναν γερμανό τουρίστα ότι έκλεψε το φαγητό του σκύλου. Η επίδειξη του ανθρωπιστικού πνεύματος του ζεύγους όμως θα κορυφωθεί όταν στην Κατάνια της Σικελίας πια (όπου διανυκτερεύουν και κάνουν έρωτα για μία και μοναδική φορά) θα πάρουν υπό την προστασία τους ένα αμίλητο κορίτσι βορειοαφρικανικής μάλλον προέλευσης. Υπό το άγρυπνο βλέμμα των Αρχών θα τη φυγαδεύσουν στην ηπειρωτική χώρα αφού την ταΐσουν, ντύσουν και κοιμίσουν στο δωμάτιό τους, παρά το γεγονός ότι η μικρή αρχικά επιχειρεί να τους κλέψει και δεν δείχνει παραδόξως καμιά διάθεση επικοινωνίας. Στο υπερβολικά καθαρό σχήμα του βιβλίου, έχουν βρει και οι δυο τους υποκατάστατο για τα χαμένα τους παιδιά, αν και στα μάτια του αναγνώστη το κορίτσι δεν μοιάζει ζωγραφισμένο με πολύ υποσχόμενα χρώματα: δεν δείχνει τη στοιχειώδη ευγνωμοσύνη, δεν τους δίνει εικόνα της κατάστασής της και με την πρώτη ευκαιρία την κοπανάει για να βρει τους ομοεθνείς της, με τους οποίους η γλώσσα της πηγαίνει ροδάνι, ενώ ώς τότε παρίστανε τη μουγκή. 



Η εσωτερική διερώτηση
Πώς η ζωή γίνεται τέχνη;
Για να κορυφωθεί το κήρυγμα ανεκτικότητας και αποδοχής του Αλλου, ύστερα από έναν άσχημο τραυματισμό στο χέρι του Ράιτερ είναι ένας νιγηριανός μουσουλμάνος, που διαβιοί με την οικογένειά του σε κοντέινερ στο λιμάνι του Ρέτζιο ντι Καλάμπρια, που του προσφέρει τις πρώτες βοήθειες, χωρίς καν να ζητήσει ανταμοιβή. Ο Ράιτερ και η Λεώνη θα αναλάβουν να τους πάνε βόρεια, η γυναίκα θα τους δώσει μάλιστα τα κλειδιά του σπιτιού της μέχρι να επιστρέψει. Βλέπετε, έχει αποφασίσει να συνεχίσει μόνη της το ταξίδι στον Νότο καθώς πάσχει από μια ανίατη ασθένεια - το αποκαλυπτικό μυστικό της ύστερης αφήγησης που ο ερωτευμένος Ράιτερ δεν ήθελε να δει εξαρχής. Οσο για τον ήρωα και αφηγητή μας, θα αναπολεί την ιστορία διερωτώμενος πώς θα την περιέγραφε σε ένα βιβλίο - πώς δηλαδή η ζωή γίνεται τέχνη. Αυτή είναι άλλωστε και η εναρκτήρια υποθετική διερώτηση του βιβλίου. Γιατί, παρά το ότι η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη, ο Μπόντο Κίρχοφ δίνει μέσω της εσωτερικής εστίασης ζωή στον ήρωά του. Επιπλέον, σε όλο το βιβλίο μπαίνουμε μέσω του ελεύθερου πλάγιου λόγου στο μυαλό του Ράιτερ, ο οποίος κάθε τόσο διερωτάται πώς θα μπορούσε να μεταφέρει την κάθε συγκεκριμένη εμπειρία της στιγμής στο χαρτί, ποιος είναι ο ρόλος της λογοτεχνίας ή και πώς πέρασε τη ζωή του προσπαθώντας να κρίνει / διασώσει / επιμεληθεί τα βιβλία των άλλων. Αυτή η εσωτερική διερώτηση για τον ρόλο της αφήγησης εμφανίζεται συχνότερα από όσο θα ήταν απαραίτητο, αλλά ο συμπαγής κορμός του βιβλίου πάνω στον διπλό άξονα Βορράς - Νότος ή η περιγραφή της φυγής ως αναψυχή αντιπαραβαλλόμενη με τη φυγή για την επιβίωση δίνει σαφή κατεύθυνση στο έργο σώζοντάς το από το μελόδραμα. Το μοτίβο του ανέφικτου τελικά έρωτα (ή της αποδοχής ότι η ευτυχία μόνο πρόσκαιρη μπορεί να είναι) παράγει συγκίνηση, αν και τελικά το κλάμα που εκμαιεύεται προς το τέλος της αφήγησης από τον αναγνώστη υπερβαίνει την απλή ταύτιση, παραπέμποντας σε έργα του τύπου «Η κυρία με τας καμελίας». Πολύ καλή η μετάφραση της Δέσποινας Κανελλοπούλου σε ένα βιβλίο που παρά τις σχηματοποιήσεις (αλλά και ίσως ακριβώς εξαιτίας τους) απεικονίζει τα πολιτικά σχίσματα της σύγχρονης Ευρώπης περί το Μεταναστευτικό, τους εθνικισμούς και όχι μόνο. 
Περιβαλλοντολόγος, γεωγράφος και μηχανικός ο Μιχάλης Μοδινός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950. Θεωρητικός και ακτιβιστής του οικολογικού κινήματος, συνεργάστηκε με διεθνείς οργανισμούς, δίδαξε σε ακαδημαϊκά ιδρύματα ανά τον κόσμο, ενώ υπήρξε ιδρυτής και εκδότης της Νέας Οικολογίας, πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Περιβάλλοντος και διευθυντής του Διεπιστημονικού Ινστιτούτου Περιβαλλοντικών Ερευνών. Στο δοκιμιακό - ερευνητικό του έργο περιλαμβάνονται τα βιβλία "Μύθοι της ανάπτυξης στους τροπικούς" (Στοχαστής), "Από την Εδέμ στο καθαρτήριο" (Εξάντας), "Τοπογραφίες" (Στοχαστής), "Το παιγνίδι της ανάπτυξης" (Τροχαλία) και "Η αρχαιολογία της ανάπτυξης" (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Από το 2005 στράφηκε συστηματικά στην λογοτεχνία και την κριτική της. 
Από τις εκδόσεις Καστανιώτη έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά του "Χρυσή ακτή", 2005, "Ο μεγάλος Αμπάι", 2007, "Επιστροφή", 2009 (βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη Ακαδημίας Αθηνών) "Η σχεδία", 2011 (Διάκριση της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων και υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Λογοτεχνικό Βραβείο) και "Άγρια Δύση - μια ερωτική ιστορία", 2013.
To προτελευταίο βιβλίο "Τελευταία έξοδος: Στυμφαλία" (2014) κυκλοφόρησε από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας.
Το τελευταίο βιβλίο του "Εκουατόρια" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

Να βγει κανείς ή να μη βγει;

γράφει ο Μιχάλης Μοδινός


Ενα έμβρυο αφηγείται, αμλετική αδεία, τις δολοπλοκίες της μητέρας του και του εραστή της για να σκοτώσουν τον πατέρα του, σε έναν ευφυή αναστοχασμό της ανθρώπινης συνθήκης


Ian McEwan
Καρυδότσουφλο 
Μτφ. Κατερίνα Σχινά
Εκδ. Πατάκης 2017, σελ. 254
Τιμή: 12,20 ευρώ

Ελάχιστα μυθιστορήματα έχουν δώσει φωνή σε ένα αγέννητο βρέφος. Η διαμάχη γύρω από τις επιδράσεις της περιόδου της κυοφορίας στον μελλοντικό ψυχισμό, τον χαρακτήρα, τις αντιληπτικές ικανότητες, ακόμη και τη σωματική υγεία του εμβρύου καλά κρατεί, δανειζόμενη επιχειρήματα από επιστήμες όπως η βιολογία, η φυσική, η ιατρική, η βιοηθική και η ψυχολογία. Εννοείται ότι στον σχετικό διάλογο παίρνουν μέρος τα θρησκευτικά δόγματα και οι φιλοσοφικές θεωρήσεις της ζωής (Πότε στα αλήθεια αρχίζει ένας άνθρωπος να λογίζεται ως άνθρωπος; Πότε νομιμοποιείται η διακοπή της κύησης για λόγους υγείας του εμβρύου ή της μητέρας; κ.λπ. κ.λπ.) με ακραίες απολήξεις τον φανατισμό με τον οποίο έχει ενδυθεί η σχετική διαμάχη σε χώρες όπως οι ΗΠΑ. Εδώ βέβαια ο ΜακΓιούαν δεν ασχολείται ιδιαίτερα με τέτοια ζητήματα αν και, δίνοντας αφηγηματική φωνή σε ένα έμβρυο, υποδηλώνει πιθανότατα την πίστη του ότι η ενσυνείδητη ζωή αρχίζει πολύ νωρίτερα από ό,τι συνήθως πιστεύουμε. Ούτε βέβαια ο άγγλος συγγραφέας συγκροτεί εδώ μια ρεαλιστική συνθήκη και επομένως ο αφηγητής δεν ζητά να είναι πειστικός, αλλά απλώς λειτουργικός. Διότι, βλέπετε, το θαυματουργό αυτό βρέφος, ακούει και κρίνει τα πάντα, παρακολουθεί τις δολοπλοκίες μάνας και εραστή για να δολοφονήσουν τον πατέρα του, μιλάει με περίπλοκους συλλογισμούς, γνωρίζει ήδη μέσω των ραδιοφωνικών εκπομπών που καταναλώνει ολημερίς η μητέρα του τα μείζονα γεωστρατηγικά διακυβεύματα και αγωνιά για το μέλλον του - αλλά και για το μέλλον του πλανήτη. Είναι μάλιστα οπλισμένο με κριτικό νου, χιούμορ και ενσυναίσθηση. Βιώνει «... τη χαρά της καθαρής ύπαρξης, τη μονοτονία των αδιαφοροποίητων ημερών, την πολυτέλεια και το προνόμιο της μοναξιάς». Φτάνει να πιστεύει ότι ο μοντερνισμός και η σύγχρονη εποχή φτιάχνουν την καλύτερη δυνατή συνθήκη για την ανθρώπινη κατάσταση, σε αντίθεση με τον πεσιμισμό των διανοουμένων της ανώτερης μεσαίας τάξης. Και έχει το λογοτεχνικό προσόν ότι είναι μάρτυρας των εξυφαινομένων εις βάρος του πατέρα του, των ιδιαίτερων πτυχών της σχέσης του ζεύγους των μοιχών, ακόμη και των ερωτικών στιγμών τους που είναι περισσότερες και νατουραλιστικότερα δοσμένες από ό,τι ίσως το καλό γούστο θα απαιτούσε.

Παρακολουθεί παθητικά
Φυσικά ο ωτακουστής μας παρακολουθεί μεν τα τεκταινόμενα, αλλά δεν μπορεί να δράσει - εκτός από μερικές κλωτσιές διαμαρτυρίας στην κοιλιά της μάνας και με μια ανεπιτυχή απόπειρα αυτοκτονίας όταν επιχειρεί να τυλιχτεί στον ομφάλιο λώρο. Ανυπομονεί να έρθει στον κόσμο, αν και αναρωτιέται τι κόσμος θα είναι αυτός, όταν κανένας από τους ενηλίκους δεν μοιάζει να νοιάζεται για το ίδιο. Παρακολουθεί παθητικά τον πατέρα του, εκδότη και ποιητή όχι ιδιαίτερης εμβέλειας, χωρισμένο πλέον από τη μητέρα του αλλά ελπίζοντας πάντα σε επανασύνδεση, να την επισκέπτεται στο πανάκριβο αν και υπό εγκατάλειψη γεωργιανό τους σπίτι σε μια ακριβή γειτονιά του Λονδίνου. Την ίδια τη μητέρα του Τρουντ (η Γερτρούδη στον Σαίξπηρ) να περιφέρει την ανία και τη φουσκωμένη κοιλιά της από το καθιστικό στο μπαλκόνι, ρουφώντας καλά γαλλικά κρασιά, στα οποία το βρέφος έχει γίνει εξπέρ, ακούγοντας νυχθημερόν ενημερωτικές εκπομπές και σχεδιάζοντας με τον εραστή της - κτηματομεσίτη και αδελφό του συζύγου της - τη δολοφονία του τελευταίου, με στόχο το τεράστιο ποσόν που προσδοκούν ότι θα αποκτήσουν από την πώληση του σπιτιού. Και βέβαια τον ίδιο τον εραστή που το βρέφος αντιπαθεί σφοδρά, τον Κλοντ (ο Κλαύδιος του Σαίξπηρ), έναν επιφανειακό, επίπεδο τύπο που έχει σκλαβώσει σεξουαλικά τη μητέρα επιδιδόμενος σε άγριες συνουσίες μαζί της.



Κοπιώδης έρευνα
Το βρέφος - αφηγητής αναπαριστά τον κόσμο που μοιάζει έτοιμος να το υποδεχτεί. Σε μερικές μάλιστα από τις καλύτερες σελίδες του βιβλίου, στοχάζεται ζητήματα όπως η πρόοδος που έχει επιτελέσει η ανθρωπότητα αλλά και οι απειλές κατά της φύσης και της επιβίωσης του ανθρώπινου είδους στον πλανήτη. Οι δοκιμιακού τύπου αυτές σελίδες είναι δοσμένες μετά λόγου γνώσεως, καθώς ο ΜακΓιούαν αρέσκεται σε πολλά βιβλία του να εντρυφά στον κόσμο των σκληρών επιστημών (π.χ. νευροχειρουργός ήταν ο ήρωας στο Σάββατο και φυσικός/ περιβαλλοντολόγος, νομπελίστας μάλιστα, ο κεντρικός πρωταγωνιστής του Σόλαρ), το κάνει δε έπειτα από βαθιά μελέτη και κοπιώδη συγγραφική έρευνα. Η υπαρξιακή αγωνία του αφηγητή εδώ δεν έγκειται βέβαια μόνο στον αναστοχασμό για τη μοίρα της ανθρωπότητας, αλλά πρωτίστως για την προσεχή θέση του στον κόσμο. Γιατί όπως συνάγει από τις συζητήσεις των ενηλίκων, δεν αποκλείεται να μεγαλώσει στη φυλακή όταν με το καλό (ή το κακό) δει το φως του έξω κόσμου. Η συνωμοσία έχει πάντως προχωρήσει, ο πατέρας αποδεικνύεται όχι και τόσο αγαθός όσο αρχικά πιστεύαμε, οπότε επισπεύδεται το εξαιρετικά μελετημένο φονικό. Μόνο που ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες και το βιβλίο θα πάρει την τροπή κλασικού νουάρ ή ακόμη και θρίλερ. Εμφανίζονται αστυνομικοί, εμφανίζεται η υποτιθέμενη νέα ερωμένη του νεκρού πλέον πατέρα, οι άνθρωποι ψεύδονται ασυστόλως, και οι συστροφές της ιστορίας μέσω της οποίας ανατρέπεται η εικόνα του βρέφους - παντογνώστη για τους πρωταγωνιστές (και φυσικά η δική μας εικόνα), γίνεται ευφάνταστη, εν μέσω της ακριβούς και αυτοκυριαρχημένης γλώσσας του ΜακΓιούαν.

Τα ηθικά διλήμματα
Ετσι, εν μέσω των διερωτήσεων του αγέννητου ακόμη ήρωά μας (σύγχρονη εκδοχή του θεμελιώδους «να ζει κανείς ή να μη ζει»), ζούμε κι εμείς την ατμόσφαιρα του ευφυέστατου αυτού αφηγήματος. Στην πορεία της δράσης θα πάρει μέρος ακόμη και το ίδιο το βρέφος όταν επιζητεί κατεπειγόντως τη γέννησή του. Τα ηθικά του διλήμματα είναι σαφή: ελευθερία ή φυλακή, συγχώρηση ή εκδίκηση; Υποχρεώνοντας ωστόσο την μητέρα του να το φέρει στον κόσμο μια ώρα αρχύτερα έχει ήδη κάνει τις επιλογές του: παρεμποδίζει τη φυγή των εραστών συζυγοαδελφοκτόνων, παρά το ότι το ίδιο κινδυνεύει να μεγαλώσει μαζί με τη μάνα στη φυλακή. Το μέλλον του είναι βεβαίως άδηλο, όπως όλων μας, αλλά ο ΜακΓιούαν ψηφίζει με τα δύο χέρια υπέρ της ζωής και επίσης υπέρ του αυτοπροσδιορισμού του ατόμου. Πράγματι η ζωή με όλες τις σκοτεινές περιπλοκές της περιμένει το νεογέννητο, πλήρης υποσχέσεων, ποικιλότητας και γοητευτικής απροσδιοριστίας.


Η συνθήκη της αφήγησης
Ανασυγκροτώντας τον κατατεμαχισμένο μας κόσμο
Ο Iαν ΜακΓιούαν παίζει με το υλικό του. Το διασκεδάζει καταφανώς όταν φέρνει κοντά και συνδέει οργανικά τον Aμλετ με τον Μάκβεθ, τα διδάγματα της αρχαίας τραγωδίας με πινελιές σύγχρονου αστυνομικού μυθιστορήματος, τη σύγχρονη ποίηση με τη φιλοσοφία, την οινολογία και την ιατρική. Γιατί η συνθήκη της αφήγησης μάς κατακτά από την πρώτη σελίδα και η απόδοση περίπου υπερφυσικών νοητικών ιδιοτήτων στο αναμενόμενο βρέφος συμπλέει αρμονικά με τις ατάκες, τους φόβους και τους πόθους του τελευταίου. Καταλήγουμε να τον αγαπάμε αυτό τον μικρό δυνάμει άνθρωπο που έχει ενθυλακώσει, ήδη μέσα από τη μήτρα, τα πεπραγμένα (ίσως και πεπρωμένα) του ανθρωπίνου είδους. Χαμογελάμε, συμπάσχουμε και αγωνιούμε, καθώς ένας αγέννητος (και η λογοτεχνία μαζί του) μας καθιστά ικανούς να ανασυγκροτήσουμε τον κατατεμαχισμένο κόσμο μας. Βοηθά, εννοείται, το ότι είναι μεταφρασμένο με κομψότητα και αυτοπεποίθηση από την Κατερίνα Σχινά που έχει παλέψει επιτυχώς και με προηγούμενα βιβλία του ΜακΓιούαν. 

Περιβαλλοντολόγος, γεωγράφος και μηχανικός ο Μιχάλης Μοδινός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950. Θεωρητικός και ακτιβιστής του οικολογικού κινήματος, συνεργάστηκε με διεθνείς οργανισμούς, δίδαξε σε ακαδημαϊκά ιδρύματα ανά τον κόσμο, ενώ υπήρξε ιδρυτής και εκδότης της Νέας Οικολογίας, πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Περιβάλλοντος και διευθυντής του Διεπιστημονικού Ινστιτούτου Περιβαλλοντικών Ερευνών. Στο δοκιμιακό - ερευνητικό του έργο περιλαμβάνονται τα βιβλία "Μύθοι της ανάπτυξης στους τροπικούς" (Στοχαστής), "Από την Εδέμ στο καθαρτήριο" (Εξάντας), "Τοπογραφίες" (Στοχαστής), "Το παιγνίδι της ανάπτυξης" (Τροχαλία) και "Η αρχαιολογία της ανάπτυξης" (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Από το 2005 στράφηκε συστηματικά στην λογοτεχνία και την κριτική της. 
Από τις εκδόσεις Καστανιώτη έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά του "Χρυσή ακτή", 2005, "Ο μεγάλος Αμπάι", 2007, "Επιστροφή", 2009 (βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη Ακαδημίας Αθηνών) "Η σχεδία", 2011 (Διάκριση της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων και υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Λογοτεχνικό Βραβείο) και "Άγρια Δύση - μια ερωτική ιστορία", 2013.
To προτελευταίο βιβλίο "Τελευταία έξοδος: Στυμφαλία" (2014) κυκλοφόρησε από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας.
Το τελευταίο βιβλίο του "Εκουατόρια" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
  

Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2018

Η κόπωση της ύπαρξης ή Όταν οι λέξεις δεν κολλούν στα πράγματα




γράφει ο  Μιχάλης Μοδινός*


Πέτερ Χάντκε, Η Αγωνία του Τερματοφύλακα πριν από το Πέναλτι
μτφ. -εισαγωγή Αλέξανδρος Ίσαρης, σελ. 177,  GutenbergALDINA 2017


-Ο Πέτερ Χάντκε έγραψε στα τέλη της δεκαετίας του ’60 τη νουβέλα αυτή που έφτασε να εκφράζει την εξέγερση μιας αποξενωμένης  νεολαίας κατά της αποξένωσης από τον κόσμο-

Ο Γιόζεφ Μπλοχ, παλαίμαχος πετυχημένος ποδοσφαιριστής και νυν ειδικευμένος εργάτης, απολύεται ένα ωραίο πρωί από τη δουλειά του. Ο Μπλοχ είναι χωρισμένος, έχει μάλιστα και  παιδί, για το οποίο δεν μαθαίνουμε απολύτως τίποτα πέραν του ότι η τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του δεν δίνει κάποια ανταμοιβή. Αν και το παρελθόν του θα παραμείνει ως το τέλος αδιαφανές, τον παρακολουθούμε καταλεπτώς σε σύντομα «κινηματογραφικά» πλάνα μονταρισμένα εξαιρετικά επιδέξια από τον Χάντκε (δεν είναι άλλωστε τυχαία η συνεργασία του στο σινεμά με τον Βιμ Βέντερς και άλλους  δημιουργούς). Ο ήρωας περιφέρεται  για μέρες άσκοπα στη Βιέννη προσπαθώντας να επικοινωνήσει με γνωστούς και φίλους, κάτι που δεν καταφέρνει. Μπαίνει στο σινεμά όπου όλα αίφνης είναι καλύτερα (όπως η τέχνη είναι καλύτερη απ’ την πραγματική ζωή). Αγοράζει σταφύλια από την υπαίθρια αγορά, πίνει σε μπυραρίες, κοιμάται σε ξενοδοχείο, κλείνει ραντεβού με μια παλιά του φίλη αλλά την παρατάει στα κρύα του λουτρού, τρώει ένα λουκάνικο στα όρθια, πιάνει κουβέντα με  γυναίκες (πωλήτριες, σερβιτόρες, καμαριέρες) όπου τις συναντήσει, με μια διαδικαστική αδιαφορία για τη συνέχεια. Δρα ερωτικά με παρελθοντικούς αυτοματισμούς, χωρίς στόχευση αλλά και δίχως την προοπτική ικανοποίησης. Παρακολουθεί έναν ανούσιο ποδοσφαιρικό αγώνα με κάποιο παλιό γνωστό του διαιτητή. Ακόμη και η άλλοτε επαγγελματική του δραστηριότητα φαντάζει σαν αστείο, πολλώ μάλλον που κανείς στις κερκίδες δεν μοιάζει να αναγνωρίζει στο πρόσωπό του την παλιά διασημότητα. Η περιπτερού δεν τον χαιρετά, ένας αστυφύλακας κάτι του λέει από το απέναντι πεζοδρόμιο αλλά δεν καταλαβαίνει τι ακριβώς. Με λίγα λόγια, οι δεσμοί του με τις κοινωνικές σταθερές (οικογένεια, επάγγελμα, φίλοι) διαρρηγνύονται σταδιακά. Η αποξένωση ολοκληρώνεται μέσα στον δαιδαλώδη  αστικό κάνναβο.
    Φαινομενικά ο Μπλοχ δεν το βάζει κάτω. Πάει κι έρχεται στην πόλη οπλισμένος με ένα είδος υπερδραστήριας συνείδησης, αν και χωρίς σχέδιο. Καταγράφει εμμονικά την γύρω του πραγματικότητα για να δώσει μια εξήγηση στο πώς έφτασε ως εδώ. Τα πάντα γύρω του, από τα αντικείμενα μέχρι τις συμπεριφορές των ανθρώπων,  αρχίζουν να του προκαλούν όχληση. Δοκιμάζει να περιγράψει το κάθε τι, αλλά το μόνο που καταφέρνουν οι λέξεις είναι να καταδείξουν, στα όρια της παρεξήγησης, την πραγματικότητα γύρω του. Το παλεύει ωστόσο. Αποκτά εμμονές με την ταμία του κινηματογράφου όπου συχνάζει, κι ένα βράδυ την ακολουθεί ως το σπίτι της στα περίχωρα της Βιέννης. Χωρίς να ανταλλάξουν μία λέξη θα κάνουν έρωτα.  Όταν το επόμενο πρωί εκείνη θα επιχειρήσει να του συστηθεί, οι ήχοι θα μετατραπούν στ’ αυτιά του σε θορύβους. Η κοπέλα φλυαρεί και, το χειρότερο απ’ όλα, «οικειποποιείται» τις ιστορίες του, αναφερόμενη σαν ηχώ στους γνωστούς του ωσάν να είναι δικοί της γνωστοί.  Η γλώσσα αποδεικνύεται ανεπαρκής ως μέσον επικοινωνίας, μας λέει ο Χάντκε,  απηχώντας τα ρεύματα της εποχής, - μεταξύ άλλων το θέατρο του Μπέκετ και του Πίντερ. Καθώς δε οι ήχοι του κόσμου μετατρέπονται σε θορύβους, καθώς οι ψηφίδες της πραγματικότητας δεν συγκολλούνται ώστε να παραχθεί νόημα, καθώς ακόμη το κάθε τι στην ταμία παράγει δυσφορία στο κορεσμένο  αρσενικό, ο Μπλοχ θα την πνίξει με τα ίδια αυτά χέρια που τον έκαναν στο παρελθόν επιτυχημένο τερματοφύλακα. Η υπό την ψυχρή γραφίδα του Χάντκε φαινομενικά αναιτιολόγητη αυτή πράξη θυμίζει έντονα τον φόνο του Άραβα από τον Μερσώ στον Ξένο του Αλμπέρ Καμύ.
    Έπειτα ο Μπλοχ θα αποδράσει προς τα νότια της χώρας, σε μια παραμεθόρια κωμόπολη όπου μια παλιά του ερωμένη έχει ανοίξει ταβέρνα. Η φυγή του θα προσκρούσει στα φυσικά και ανθρωπογενή όρια των συνόρων. Ο διαταραγμένος ψυχισμός του τον ωθεί σε  διαρκείς συγκρούσεις με τον περίγυρό του: εμπλέκεται σε καυγάδες,  διαφωνεί με τα πάντα και τους πάντες, εντέλει συγκρούεται με τον ίδιο αυτό κόσμο τον οποίο αδυνατεί να κατανοήσει, προσπαθώντας να τον αναπαράγει μέσω της ατέρμονης επανάληψης λέξεων που χρησιμοποιούνται ως δείκτες των γύρω του πραγμάτων. Εδώ το λογοτεχνικό παιγνίδι αγγίζει τα μυθοπλαστικά του όρια: ο  ήρωας επιχειρεί να προσδώσει έναν ακραίο ορθολογισμό στο περιβάλλον του, αιτιολογώντας, κατατάσσοντας, περιγράφοντας, εντέλει αφηγούμενος όσα του συμβαίνουν. Και πράγματι του συμβαίνουν πολλά, αλλά και τίποτα. Η αποκατάσταση της παλιάς του σχέσης με την ταβερνιάρισσα δεν θα συμβεί, ένα χαμένο από τον οικισμό παιδί θα βρεθεί πνιγμένο αν και το πώς δεν διευκρινίζεται, η διάβαση των συνόρων με την κατά το ήμισυ πατρίδα του Χάντκε Σλοβενία (στην τότε Γιουγκοσλαβία) δεν είναι δυνατή, η ύπαιθρος όπου καταφεύγει είναι μεν όμορφη αλλά χωρίς προφανείς απαντήσεις στην σχιζοφρενική του κατάσταση. Ο Μπλοχ θα επισκεφθεί τον τοπικό Πύργο σε μια προφανή παραπομπή στον Κάφκα (τον οποίο, σημειωτέον,  ο Χάντκε θεωρεί ακρογωνιαίο λίθο της λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα), αλλά η εκεί παράξενη ξενάγηση δεν θα αποκαταστήσει την εσωτερική του ισορροπία, το αντίθετο μάλιστα, καθώς κάπου στον κήπο η ταβερνιάρισσα ερωτοτροπεί με τον γιο του γαιοκτήμονα μαζεύοντας μήλα από τον οπωρώνα, σε μια ειρωνική παραφθορά της προ πολλού χαμένης Εδέμ.
     Οι διωκτικές αρχές στο μεταξύ βρίσκονται στο κατόπι του, αν και παραμένει εξαιρετικά αμφίβολο αν θα συλληφθεί για τον φόνο που διέπραξε. Σε μια οξεία ενσυναίσθηση του κόσμου γύρω του, δίνει μια μικρή διάλεξη σε έναν παρακαθήμενο περί της συμπεριφοράς των τερματοφυλάκων όταν πρόκειται  να υποστούν την εσχάτη των ποινών (το πέναλτι): το αδιέξοδο δηλαδή της προσποίησης, καθώς ο αντίπαλος κυνηγός /εκτελεστής μπορεί να κάνει την ίδια σκέψη με εσένα και αν εσύ μαντέψεις ότι την κάνει εκείνος μπορεί να αλλάξει γωνία, κοκ. Στο αδιέξοδο αυτό δίνει απάντηση η πραγματική ζωή ενώπιον των θεατών. Ο ερασιτέχνης τερματοφύλακας μένει ακίνητος και η μπάλα πηγαίνει κατ’ ευθείαν στα χέρια του. Θα γίνει ίσως ο πρόσκαιρος ήρωας του χωριού αλλά το ζήτημα παραμένει: κάποια στιγμή στο μέλλον ο εκτελεστής μπορεί να τροποποιήσει τις προθέσεις του. Η καταστατική αβεβαιότητα της ύπαρξης παραμένει παρούσα, όπως ακριβώς και η τύχη του Μπλοχ.
    Κάπως έτσι  θα κλείσει η αφήγηση, - με μια υποδήλωση των ορίων του ορθολογισμού αλλά και της  εύθραυστης ισορροπίας των ανθρώπινων πραγμάτων. Η κόπωση των δομικών υλικών της ύπαρξης έχει κυριαρχήσει. Μέσω μιας φαινομενολογίας της ψυχολογικής διαταραχής του ήρωα, μέσω των εμμονών, των νευρώσεων, του διπολισμού, αλλά  και του κοινωνικού υποστρώματος πίσω από όλα αυτά, ο Χάντκε έχει βυθιστεί στο εσωτερικό υλικό των αδυναμιών της γλώσσας να αναπαραστήσει την πραγματικότητα. Μέσω ακόμη της ενσυναίσθησής του για τα κοινωνικά πράγματα αποδεικνύει ότι η μυθοπλασία είναι ικανή να αποδώσει τα ψυχικά φαινόμενα ακριβέστερα ίσως από ότι η κλασσική ψυχιατρική. Και το κάνει μέσω μιας φαινομενολογίας των συμπεριφορών που αποδεικνύει την υποψία του συμπατριώτη του Βιτγκενστάιν: ότι ενδέχεται η φιλοσοφία να μην θέτει κανένα πραγματικό πρόβλημα πέραν των «γλωσσικών κόμπων», τουτέστιν των πραγματικών αδυναμιών της γλώσσας να αναπαράγει τον κόσμο  γύρω μας. Η επίγνωση αυτού του διλήμματος, υπονοεί ο Χάντκε, ίσως κάνει τον κόσμο περισσότερο αποδεκτό. Ίσως καθ’ οδόν, λέω εγώ, μας δίνει και καλύτερη λογοτεχνία.
    Μετά λόγου γνώσεως η μετάφραση του Αλέξανδρου Ίσαρη. Εύστοχος τόσο ο πρόλογός του όσο και η αναδημοσίευση μιας παλιότερης συνέντευξης του Πέτερ Χάντκε από το περ. ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ (Δεκ. 1981). 
     
Περιβαλλοντολόγος, γεωγράφος και μηχανικός ο Μιχάλης Μοδινός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950. Θεωρητικός και ακτιβιστής του οικολογικού κινήματος, συνεργάστηκε με διεθνείς οργανισμούς, δίδαξε σε ακαδημαϊκά ιδρύματα ανά τον κόσμο, ενώ υπήρξε ιδρυτής και εκδότης της Νέας Οικολογίας, πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Περιβάλλοντος και διευθυντής του Διεπιστημονικού Ινστιτούτου Περιβαλλοντικών Ερευνών. Στο δοκιμιακό - ερευνητικό του έργο περιλαμβάνονται τα βιβλία "Μύθοι της ανάπτυξης στους τροπικούς" (Στοχαστής), "Από την Εδέμ στο καθαρτήριο" (Εξάντας), "Τοπογραφίες" (Στοχαστής), "Το παιγνίδι της ανάπτυξης" (Τροχαλία) και "Η αρχαιολογία της ανάπτυξης" (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Από το 2005 στράφηκε συστηματικά στην λογοτεχνία και την κριτική της. 
Από τις εκδόσεις Καστανιώτη έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά του "Χρυσή ακτή", 2005, "Ο μεγάλος Αμπάι", 2007, "Επιστροφή", 2009 (βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη Ακαδημίας Αθηνών) "Η σχεδία", 2011 (Διάκριση της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων και υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Λογοτεχνικό Βραβείο) και "Άγρια Δύση - μια ερωτική ιστορία", 2013.
To προτελευταίο βιβλίο "Τελευταία έξοδος: Στυμφαλία" (2014) κυκλοφόρησε από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας.
Το τελευταίο βιβλίο του "Εκουατόρια" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
  

Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

Γονίδια της ελευθερίας …και της αυτοκαταστροφής

γράφει ο Μιχάλης Μοδινός*

-Ο μεξικανός Χόρχε Βόλπι γράφει μια εντυπωσιακή αλληγορία με φόντο το τέλος της Ιστορίας-



Χόρχε Βόλπι, Η Εποχή της Στάχτης,  ΜΤΦ. Λεωνίδας Καρατζάς, 
σελ. 649, ΩKEANIΔA 2011

Οι συγκλίνουσες όψεις της παγκοσμιοποιημένης αγοράς περιγράφονται μέσω των διαδρομών ποικίλων ηρώων ανατολικής και δυτικής κοπής στο φιλόδοξο αυτό  μυθιστόρημα  -  μια τοιχογραφία του ύστερου εικοστού αιώνα. Μόνο που τελικά τον λόγο έχουν τα …γονίδια.
---------------------------------------------------


     Ο Χόρχε Βόλπι(1968) είναι ιδιάζουσα περίπτωση στο τρέχον λογοτεχνικό στερέωμα. Η εκπλήσσουσα παραγωγικότητά του συμβαδίζει με  στροφή της πλάτης στην ατζέντα του λατινοαμερικάνικου μαγικού ρεαλισμού, ενασχόληση σε βάθος με την επιστήμη και την τεχνολογία, εμβύθιση σε ποικίλους γεωγραφικούς χώρους, ανάλυση των μειζόνων θεμάτων της εποχής, ανάμιξη δοκιμιακών και μυθοπλαστικών μορφών, άντληση θεματικών γραμμών από μια ευρύτατη ποικιλία ζητημάτων. Ο κοσμοπολιτισμός του παντρεύεται με υπαρξιακά και επιστημολογικά ζητήματα, ενώ η πολιτική είναι πανταχού παρούσα. Τον είχαμε γνωρίσει με το Αναζητώντας τον Κλίνγκσορ (επίσης από την ΩΚΕΑΝΙΔΑ), μια φαουστικού τύπου πραγμάτευση των ορίων της επιστημονικής ηθικής αντλημένη από το παράδειγμα της ναζιστικής Γερμανίας.
     Εδώ γίνεται ακόμη πιο φιλόδοξος. Η συγκλίνουσα πορεία των Αμερικανών και Σοβιετικών ηρώων του  δεν συμβαίνει σε ένα ιστορικό κενό. Τα μείζονα γεγονότα του ύστερου εικοστού αιώνα περιγράφονται με ενάργεια για να δώσουν όχι απλώς το κοινωνικοοικονομικό  πλαίσιο που εγκιβωτίζει τους ήρωες και τη δράση τους αλλά και το αντίστροφο:  για να ερμηνευθούν με βάση τις ατομικές συμπεριφορές, δηλαδή τους ποικίλους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι κάνουν Ιστορία ακόμη και εν αγνοία τους. Κύριος παράγων η κληρονομικότητα, μας λέει ο Βόλπι. Είναι τα γονίδια που μας κάνουν επιθετικούς, επεκτατικούς, άπληστους, εγωιστές και νάρκισσους με όσα τούτα συνεπάγονται για τη δημόσια σφαίρα. Όσο κι αν το περιβάλλον επικαθορίζει τις συμπεριφορές, όσο και αν  πολιτισμικού τύπου παράμετροι μας διαφοροποιούν, τα γονίδια έχουν τον τελευταίο λόγο. Αυτή είναι η κεντρική παραδοχή και εν μέρει εμμονή του. Προς τούτο μάλιστα αφιερώνει μεγάλο μέρος του βιβλίου στην χαρτογράφηση του ανθρώπινου γονιδιώματος, στην  κούρσα για κέρδη και κυριαρχία από τους κύκλους της βιοτεχνολογίας και τις φαρμακευτικές εταιρείες,  εντέλει στην εμπορευματοποίηση της ζωής.
   Δομημένο σε τρεις πράξεις, το βιβλίο εκκινεί με το «ατύχημα» του Τσερνόμπιλ, (κατά σύμπτωση εξαιρετικά επίκαιρο) θεωρούμενο ως το κατ’ εξοχήν γεγονός που ανέδειξε την ανημπόρια του σοβιετικού καθεστώτος και προανήγγειλε την κατάρρευσή του. Η εκ των έσω περιγραφή των συνθηκών ζωής στην πρώην σοβιετική αυτοκρατορία, οι σταλινικές εκκαθαρίσεις, οι εκτοπίσεις, η νομενκλατούρα, η πίστη στην υπεροχή του συστήματος και τα σχετικά περιγράφονται μετά λόγου γνώσεως. Το ίδιο γίνεται με την διαδικασία  εκδημοκρατισμού, την περεστρόικα και την γκλάσνοστ, την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας, την αναβίωση των παμπάλαιων εθνοτικών και θρησκευτικών διαφορών, τον πόθο του εκδυτικισμού, τον άκρατο καταναλωτισμό, το πλιάτσικο και την κοινωνική εκπόρνευση που ακολούθησαν την Πτώση του Τείχους. Ο Βόλπι αποδίδει με εξαιρετική ζωντάνια την ζωή στην ΕΣΣΔ από τα χρόνια της σταλινικής κυριαρχίας μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα. Ήρωές του ένας επιφανής βιολόγος που εκτοπίζεται όταν αρνείται να αποκρύψει τις συνέπειες της διαρροής άνθρακα από ένα εργαστήριο βιολογικών όπλων, για να γίνει αντικαθεστωτικός, συνοδοιπόρος του Ζαχάρωφ, οπαδός του Γέλτσιν, λάτρης της ελεύθερης αγοράς, διαμεσολαβητής κατά την εκποίηση της σοβιετικής υποδομής και συμμέτοχος σε μια αμερικανική βιοτεχνολογική εταιρεία. Η σύζυγός του, επίσης βιολόγος, που θα αφιερωθεί στην αποκατάσταση του συζύγου της για να τον δει να θριαμβεύει ως μέλος της μετασοβιετικής μαφίας. Και η κόρη τους που παραμελημένη από τους γονείς και την Ιστορία, βρίσκει καταφύγιο στην ποίηση  της Άννας Αχμάτοβα, αποδρά στο μακρινό Βλαδιβοστόκ για να δολοφονηθεί από Κορεάτη μαφιόζο.
   Στον αντίποδα, έχουμε  τους Αμερικανούς. Προεξάρχουσα φιγούρα η Τζέννιφερ, γόνος καλής οικογενείας, σημαίνον στέλεχος του ΔΝΤ που αδυνατεί να κατανοήσει τον Τρίτο Κόσμο του χρέους, της διαφθοράς και της ανισότητας. Οι αποστολές της στο Ζαΐρ, το Μεξικό και  την Σοβιετική Ένωση αναδεικνύουν τις αποστάσεις του κόσμου μας, αν και η σύγκλιση προς την αφηρημένη αλληγορία του καπιταλισμού μοιάζει να πλησιάζει. Η αδελφή της Άλλισον  βρίσκεται στην άλλη όχθη. Αναρχική, μέλος της Greenpeace, συμμετέχει στην αποστολή του Rainbow Warrior  στον Ειρηνικό κατά των γαλλικών πυρηνικών δοκιμών, παρίσταται στην βύθιση του πλοίου, συλλαμβάνεται αργότερα ως μέλος της οικοτρομοκρατικής οργάνωσης Εarth First! και εγκαταλείπει τον γιό της στην πλούσια αδελφή όταν εντάσσεται σε ΜΚΟ που εργάζονται σε παλαιστινιακό καταυλισμό στα Κατεχόμενα, όπου και θα βρει τραγικό θάνατο από ισραηλινή μπουλντόζα. Τέλος έχουμε την υπερσεξουαλική ουγγρικής καταγωγής Εύα, αστέρι της πληροφορικής, ερωμένη του κυνικού Τζακ Γουέλς συζύγου της Τζένιφερ, που πέφτει θύμα των ερωτικών εμμονών του αφηγητή της ιστορίας, ενός Ρώσου συυγραφέα, τίμιου και ρομαντικού.
   Λειτουργούν όλα τούτα αφηγηματικά;  Αναμφισβήτητα ναι. Τα μικρά κεφάλαια, τα μπρος πίσω της αφήγησης, η εκτύλιξη και εντέλει συμπλοκή των παράλληλων ιστοριών, η καλή γνώση των γεωγραφικών χώρων και των υπό πραγμάτευση ιστοριών κατασκευάζουν ένα μυθοπλαστικό/ δοκιμιακό υβρίδιο που απεικονίζει τις μεγάλες τραγωδίες του αιώνα με φόντο το Τέλος της Ιστορίας. Ο Βόλπι  υποβάλλει την ιδέα ότι –όπως θα έλεγε και ο Ούλριχ Μπεκ- ζούμε σε μια κοινωνία της διακινδύνευσης, όπου το αύριο δεν μοιάζει με απλή προέκταση του σήμερα, ο κίνδυνος είναι δομικό στοιχείο της κοινωνικής εξέλιξης,  οι αγορές δίνουν τον τόνο, και  η απομυθοποίηση των ιδεολογιών είναι γεγονός. Κι αν οι προσωπικές συμπεριφορές των πρωταγωνιστών δεν είναι πάντα πειστικές ας του το συγχωρήσουμε: προέχει η ένταξη της δράσης στο πλαίσιο της Μεγάλης Ιστορίας που εντέλει την πλάθει η ελεύθερη βούλησή μας.

     Η μετάφραση του Λεωνίδα Καρατζά εξαιρετική.
Περιβαλλοντολόγος, γεωγράφος και μηχανικός ο Μιχάλης Μοδινός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950. Θεωρητικός και ακτιβιστής του οικολογικού κινήματος, συνεργάστηκε με διεθνείς οργανισμούς, δίδαξε σε ακαδημαϊκά ιδρύματα ανά τον κόσμο, ενώ υπήρξε ιδρυτής και εκδότης της Νέας Οικολογίας, πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Περιβάλλοντος και διευθυντής του Διεπιστημονικού Ινστιτούτου Περιβαλλοντικών Ερευνών. Στο δοκιμιακό - ερευνητικό του έργο περιλαμβάνονται τα βιβλία "Μύθοι της ανάπτυξης στους τροπικούς" (Στοχαστής), "Από την Εδέμ στο καθαρτήριο" (Εξάντας), "Τοπογραφίες" (Στοχαστής), "Το παιγνίδι της ανάπτυξης" (Τροχαλία) και "Η αρχαιολογία της ανάπτυξης" (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Από το 2005 στράφηκε συστηματικά στην λογοτεχνία και την κριτική της. 
Από τις εκδόσεις Καστανιώτη έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά του "Χρυσή ακτή", 2005, "Ο μεγάλος Αμπάι", 2007, "Επιστροφή", 2009 (βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη Ακαδημίας Αθηνών) "Η σχεδία", 2011 (Διάκριση της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων και υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Λογοτεχνικό Βραβείο) και "Άγρια Δύση - μια ερωτική ιστορία", 2013.
To προτελευταίο βιβλίο "Τελευταία έξοδος: Στυμφαλία" (2014) κυκλοφόρησε από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας.
Το τελευταίο βιβλίο του "Εκουατόρια" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

«Δεν έχω φίλους. Μόνο συντρόφους..»

γράφει ο Μιχάλης Μοδινός*

Σαντιάγκο Ρονκαλιόλο γράφει μια συναρπαστική ιστορία για το Φωτεινό Μονοπάτι ανατέμνοντας την διάψευση των επαγγελιών της Επανάστασης-



Το τελευταίο από τα επαναστατικά κινήματα της Λατινικής Αμερικής φαντάζει ήδη ως ιστορικός αναχρονισμός. Όμως ο Ρονκαλιόλο του δίνει ζωή ερευνώντας την ζωή του έγκλειστου από το 1992 ηγέτη του Αμπιμαέλ Γκουσμάν. Ένα επίτευγμα στα όρια ρεπορτάζ και ρεαλιστικής μυθοπλασίας.
----------------------------------------------------------------------------------------
Σαντιάγκο Ρονκαλιόλο, Η Τέταρτη Ρομφαία, 
Μετάφραση Μαργαρίτα Μπονάτσου, 
σελ. 242, Καστανιώτης 2010.

     Ο τριανταπεντάχρονος περουβιανός Σαντιάγκο Ρονκαλιόλο επιβεβαιώνει εδώ ότι  δικαίως συγκαταλέγεται στα πλέον υποσχόμενα ονόματα της λογοτεχνίας. Αν και καταπιάνεται με ένα άχαρο, παραμερισμένο θέμα όπως αυτό της βίαιας δράσης του κινεζόφιλου κινήματος Φωτεινό Μονοπάτι  στις Περουβιανές Άνδεις, καταφέρνει να δώσει στην επαναστατική βία μια  οικουμενική διάσταση, αν όχι λυτρωτική, πάντως γερά εδραιωμένη σε ένα κοινωνικό υπόστρωμα ακραίας ανισότητας και φυλετικού αποκλεισμού.
     Ο Ρονκαλιόλο, που ζει εδώ και καιρό στην Ισπανία, ξεκίνησε την έρευνά του ως απεσταλμένος της εφημερίδας El Pais. Σύντομα η δουλειά του θα ξέφευγε από τα πλαίσια του απλού ρεπορτάζ. Πέφτοντας πάνω σε ένα τοίχο συλλογικών ενοχών και αποσιώπησης  της πρόσφατης ιστορίας του Περού, ο συγγραφέας θα ανακαλέσει τις παιδικές του μνήμες, θα ανασυγκροτήσει το βίαιο παρελθόν και εντέλει θα γίνει από παρατηρητής εμπλεκόμενος. Ενδεικτική σκηνή και εναρκτήριο λάκτισμα, η πρώτη ανάμνηση  από τη χώρα του στο κεφάλαιο (Ι) με  τίτλο Ο Μικρός Κομμουνιστής: Οι αστυνομικοί ξεκρεμούν από τους στύλους του ηλεκτρικού στη Λίμα σφαγμένους σκύλους. Πάνω τους η υπογραφή του Φωτεινού Μονοπατιού και η φράση «Τενγκ Σιαοπίνγκ, σκύλας γιε» -αναφορά στην εκσυγχρονιστική πορεία της Κίνας και την απαξίωση της σκέψης του Μεγάλου Τιμονιέρη. Στον αιωνίως γκρίζο ουρανό της πόλης επικρέμαται πλέον μια απειλή. Ο πόλεμος έχει κηρυχθεί.
    Ο Ρονκαλιόλο επισκέπτεται φυλακές, αναζητεί ίχνη της παιδικής ηλικίας του Γκουσμάν, ανασυστήνει την προεπαναστατική  ζωή του, επικοινωνεί με τα ετεροθαλή αδέλφια του (ο ηγέτης του Φωτεινού Μονοπατιού ήταν νόθος γιος πλουσίου πατρός και χαμηλής καταγωγής μητρός στην καθολική προπολεμική κοινωνία του Περού). Όμως δεν υποκύπτει στους εύκολους ψυχολογισμούς. Η ισπανική κληρονομιά στην χώρα των Ίνκας σκιαγραφείται προσεκτικά: πολιτισμική και φυλετική περιθωριοποίηση, «περίφραξη» των κοινόχρηστων πόρων, προϊούσα ανισότητα, εν ολίγοις μια ακραία δυιστική κοινωνία που δεν θέλει και πολύ για να εκραγεί. Σε μια εποχή όπου στη Νότια Αμερική ανθούν τα επαναστατικά κινήματα, οι απόηχοι της κουβανέζικης Επανάστασης ταξιδεύουν πάνω από τις Άνδεις, ο Τσε (τον οποίο πάντως ο Γκουσμάν περιφρονεί) πεθαίνει στην γειτονική Βολιβία, στην Αργεντινή εξαφανίζονται κατά χιλιάδες οι αντιτιθέμενοι στην στρατιωτική χούντα, το Περού διαθέτει καμιά εβδομηνταριά κομμουνιστικά κόμματα (ναι, καλά διαβάσατε). Το πώς καταφέρνει ο Γκουσμάν με υπομονετική δουλειά στις δεκαετίες του ’60 και του ΄70 να περιθωριοποιήσει τους πολιτικούς του αντιπάλους, να εκπαιδευτεί στην Κίνα «παίρνοντας το χρίσμα»,  να επαναστατικοποιήσει το φοιτητικό κίνημα και να ξεσηκώσει μέρος της αγροτιάς, περιγράφονται εδώ με μια μέθοδο περιπτωσιολογικής δόμησης της ιστορίας όπου ο αφηγητής μεταβάλλεται σταδιακά σε μέρος του προβλήματος.
    Το Φωτεινό Μονοπάτι υπήρξε το βιαιότερο κίνημα στη Νότια Αμερική με 70.000 νεκρούς. Πολλοί από αυτούς ήταν θύματα των Σωμάτων Ασφαλείας,  άλλοι προϊόν αλληλοεξόντωσης ομάδων χωρικών και παραστρατιωτικών οργανώσεων. Τμήματα της χώρας αποκλείσθηκαν από οποιαδήποτε πρόσβαση στις δεκαετίες του ’80 και του ΄90. Ο Γκουσμάν  δόμησε ένα υδροκέφαλο κίνημα με οδηγό την μονολιθική του σκέψη από όπου οποιαδήποτε παρέκκλιση τιμωρείτο με θάνατο ή ακόμη και με κάρφωμα στις αρχές. Ο Ρονκαλιόλο δεν αναζητεί απλώς τις ρίζες του κακού. Θέλει να κατανοήσει πώς ο επαναστατικός μαρξισμός μπορεί να καταντήσει θρησκευτικό δόγμα εμποτισμένο με υπερβατική βουλησιαρχία.
   
Εντέλει  κάτι ίσως μένει πίσω από αυτή την σκοτεινή ιστορία: Η επανανάδυση των ιθαγενών και της εργατικής τάξης στα πολιτικά πράγματα της Λατινικής Αμερικής μπορεί σήμερα να ανιχνευθεί σε πολλές χώρες. Γιατί, τα βίαια επαναστατικά κινήματα στη Λατινική Αμερική των δεκαετιών ’60 και ’70 έφεραν στο προσκήνιο τα αιτήματα των φυλετικά περιθωριοποιημένων Ινδιάνων – που ειδικά στις Ανδεινές Δημοκρατίες της Κολομβίας, του Περού, της Βολιβίας και του Ισημερινού συνιστούν την συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού. Έφεραν επίσης στο προσκήνιο το συλλογικό αίτημα της αναδιανομής της γης που στην αποικιοκρατούμενη Λατινική Αμερική είχε υψηλότατο βαθμό συγκέντρωσης σε ελάχιστα χέρια, συγκροτώντας αχανή λατιφούντια όπου οι άκληροι δούλευαν ως αγρεργάτες. Παράλληλα δε με το συνδικαλιστικό κίνημα που άνθισε στις μεγαλουπόλεις και που έφερε στην εξουσία λ.χ. τον βραζιλιάνο Λούλα, είχαμε και την ανάδυση του οικολογικής τάξεως συλλογικού αιτήματος για δημοκρατικό έλεγχο επί των φυσικών πόρων – ενέργεια νερό, εδάφη, βιοποικιλότητα. Παρά λοιπόν την οσμή άλλων εποχών που απελευθερώνει το άνοιγμα του σεντουκιού της μνήμης για ένα  μονολιθικό κίνημα όπως το Φωτεινό Μονοπάτι,  η Τέταρτη Ρομφαία συνιστά και μια πορεία αυτογνωσίας για τις νεότερες γενιές. Μπορεί το αποτέλεσμα της δράσης του Γκουσμάν να υπήρξε αιματηρό και συχνά απωθητικό, ωστόσο τα συλλογικά αιτήματα έφτασαν στους αποδέκτες τους. Από κει και πέρα η σημερινή πολιτική κατάσταση στην Λατινική Αμερική είναι αν μη τι άλλο ενδιαφέρουσα και πάντως ανοιχτή σε πολλαπλά ενδεχόμενα, μοιάζει να μας λέει ο Ρονκαλιόλο. Κάτι είναι κι αυτό στους καιρούς που ζούμε.


 Περιβαλλοντολόγος, γεωγράφος και μηχανικός ο Μιχάλης Μοδινός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950. Θεωρητικός και ακτιβιστής του οικολογικού κινήματος, συνεργάστηκε με διεθνείς οργανισμούς, δίδαξε σε ακαδημαϊκά ιδρύματα ανά τον κόσμο, ενώ υπήρξε ιδρυτής και εκδότης της Νέας Οικολογίας, πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Περιβάλλοντος και διευθυντής του Διεπιστημονικού Ινστιτούτου Περιβαλλοντικών Ερευνών. Στο δοκιμιακό - ερευνητικό του έργο περιλαμβάνονται τα βιβλία "Μύθοι της ανάπτυξης στους τροπικούς" (Στοχαστής), "Από την Εδέμ στο καθαρτήριο" (Εξάντας), "Τοπογραφίες" (Στοχαστής), "Το παιγνίδι της ανάπτυξης" (Τροχαλία) και "Η αρχαιολογία της ανάπτυξης" (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Από το 2005 στράφηκε συστηματικά στην λογοτεχνία και την κριτική της. 
Από τις εκδόσεις Καστανιώτη έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά του "Χρυσή ακτή", 2005, "Ο μεγάλος Αμπάι", 2007, "Επιστροφή", 2009 (βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη Ακαδημίας Αθηνών) "Η σχεδία", 2011 (Διάκριση της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων και υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Λογοτεχνικό Βραβείο) και "Άγρια Δύση - μια ερωτική ιστορία", 2013.
To προτελευταίο βιβλίο "Τελευταία έξοδος: Στυμφαλία" (2014) κυκλοφόρησε από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας.
Το τελευταίο βιβλίο του "Εκουατόρια" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018

«Μπίζνες στο Άουσβιτς» ή Εξαπάτηση και Επιβίωση

γράφει ο Μιχάλης Μοδινός*

Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, Εχθροί, Μια ερωτική Ιστορία,
Μετάφραση Βασίλης Αμανατίδης, σελ. 305, ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 2009
                 


  -Ο νομπελίστας Ισαάκ  Μπάσεβις Σίνγκερ μεταφυτεύει το Άουσβιτς  στη Νέα Υόρκη μ’ ένα                                                             παιγνίδι ερωτικών παρεξηγήσεων –


Η ΕΞΟΡΙΑ ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΕ ΠΑΡΑ ΜΙΑ ΠΡΑΞΗ ΑΠΟΚΡΥΨΗΣ ΚΑΙ ΕΞΑΠΑΤΗΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΠΕΛΙΣΤΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ. ΣΤΗΝ ΕΞΑΠΑΤΗΣΗ ΑΛΛΩΣΤΕ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ Η ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΤΩΝ ΕΙΔΩN. ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΡΩΤΙΚΗ ΕΞΑΠΑΤΗΣΗ. ΕΤΣΙ ΚΙ ΕΔΩ, Σ’ ΕΝΑ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΟ  ΠΑΙΓΝΙΔΙ.


Ο  Χέρμαν Μπρόντερ έχει επιβιώσει από το Ολοκαύτωμα κρυμμένος σ’ ένα αχυρώνα κάπου στην πολωνική ύπαιθρο, ενώ τα δυο παιδιά του έχουν πεθάνει στα στρατόπεδα. Η Γιάντβιγκα, η χωρική που τον έκρυβε,  θα τον ακολουθήσει στη μεγάλη πορεία που θα ολοκληρωθεί στη Νέα Υόρκη, θα ασπασθεί τον εβραϊσμό και θα γίνει γυναίκα του, κάνοντάς του  μάλιστα κι ένα παιδί. Όμως ο αστός Χέρμαν δεν αρκείται στο αγροτικό σεξ. Θα βρει καθ’ οδόν τον έρωτα στη Μάσα, μιαν άλλη επιβιώσασα, γοητευτική και νευρωτική που θα χωρίσει για χάρη του. Κι εκεί που προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ εφιαλτικού παρελθόντος και κοινότοπου παρόντος στη Γη της Επαγγελίας, «ανασταίνεται» αίφνης η θεωρούμενη νεκρή προπολεμική σύζυγος, Ταμάρα. Τα δύο νοικοκυριά σύντομα θα γίνουν τρία, ενώ ο Χέρμαν διολισθαίνει ξανά σε μια ζωή γεμάτη συγκαλύψεις και αποκρύψεις. Ακόμη και η δουλειά του είναι  εξ ορισμού ένα ψεύδος: ενώ δεν πιστεύει πια διόλου στον Ιουδαϊσμό «που επιβιώνει δια της εξαπάτησης», βιοπορίζεται συγγράφοντας άρθρα και βιβλία για έναν «απόμακρο σκληρό Θεό» κατ’ εντολήν ενός δημοσιοσχεσίτη ραβίνου που κάνει καριέρα πάνω στις στάχτες του Ολοκαυτώματος. 
Κι όμως αγαπάει και τις τρεις του γυναίκες, όπως και εκείνες αυτόν, με συγκινητικό μάλιστα τρόπο. Η Ταμάρα είναι πλέον ώριμη, ορθολογική και πάντα όμορφη.  Η Γιάντβιγκα διατηρεί την αγνότητα του αγροτικού της παρελθόντος. Αλλά είναι η Μάσα που με τις διαρκείς φαντασιώσεις, μεταπτώσεις και μικροαπάτες  της κρατάει τον Χέρμαν σε εγρήγορση. Τον κάνει να ζηλεύει και να υποφέρει αν και τελικά είναι αυτή που θα πληρώσει τον λογαριασμό καθώς οι δύο άλλες, παρά το κοινωνικό τους χάσμα, θα τα βρουν και θα αναθρέψουν από κοινού το νεογέννητο παιδί,  ενώ η τύχη του Χέρμαν αγνοείται: ίσως έχει ανακαλύψει την «αμερικάνικη εκδοχή του πολωνικού του αχυρώνα», σχολιάζει στο τέλος ο αφηγητής-συγγραφέας. Τίποτα δεν αλλάζει…και όμως.
Ο Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ(1904-1991) έχει θεωρηθεί από πολλούς προάγγελος της ώριμης περιόδου του Φίλιπ Ροθ λόγω της εμμονής του στην εβραϊκότητα. Όμως τους δύο συγγραφείς χωρίζει ένα χάσμα. Παρά την  προσκόλλησή του στην κεντροευρωπαϊκή   «γίντις» παράδοση, ο Σίνγκερ είναι πολύ πιο κριτικός από τον ομόλογό του ως προς την έννοια του θείου και περισσότερο έλλογος. Ενώ αφηγείται με  σουρντίνα, ασκεί κατεδαφιστική κριτική στα συμφραζόμενα μέσω των οποίων δομήθηκαν οι εβραϊκές κοινότητες της διασποράς. Εδώ μάλιστα γίνεται περισσότερο νεοϋορκέζος από όσους προηγήθηκαν ή ακολούθησαν γητεύοντας τον αναγνώστη με τις περιγραφές της καθημερινότητας της πόλης, από τα υπόκωφα κύματα του ωκεανού ως τα πολύμορφα φαγάδικα κι από το μοναχικό δένδρο στον ακάλυπτο ως τον υπόγειο σιδηρόδρομο. Ταυτόχρονα αναδεικνύει μια πλευρά  με την οποία οι παλαιότεροι αναγνώστες του δεν θα είναι απολύτως εξοικειωμένοι: ένα υποδόριο, διακριτικό χιούμορ που μέσω του γουντιαλλενικού του ήρωα -αναποφάσιστου, έρμαιου των περιστάσεων, με το σύμπαν να συνωμοτεί εναντίον του- σχολιάζει αφ’ ενός την θρησκειολαγνεία και την προσκόλληση στην παράδοση και αφ’ ετέρου την ιδεολογία της προόδου, τις διαψεύσεις της επιστήμης, τον εξαμερικανισμό της καθημερινότητας. Ώρες-ώρες ο Χέρμαν θυμίζει Τσάρλι Τσάπλιν καθώς πηδά από λεωφορεία  σε μετρό ή αψηφά χιονοθύελλες και καύσωνες ώστε ν’ ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του μεταξύ τριών αρχετυπικών γυναικών.
          Πως θα διοικούσε ο Χίτλερ τον Παράδεισο; Θα εισβάλουν κάποτε οι Ναζί στη Νέα Υόρκη; Σπιζόζα και Ες Ες είναι συμβατές έννοιες; Υπό ποίες συνθήκες  η άπληστη ανθρώπινη μάζα θα αποδυθεί σε νέα πογκρόμ; Ο σαρκασμός του Σίνγκερ αποκτά εξοντωτικές διαστάσεις, βγάζει δόντια στην καθημερινότητα, μετεωρίζεται μεταξύ φυσικού και υπερφυσικού. Συχνά το μυθιστόρημα εξελίσσεται σε παρωδία, σε παιγνίδισμα με τη ζωή και το θάνατο σε έμμονο φιλοσοφικό στοχασμό, ακόμη και σε κλασσική ήπιων τόνων κωμωδία που θα έχει συγκινητικό τέλος. Με την μετέπειτα εμπειρία του Γούντι Άλλεν και του Φίλιπ Ροθ, οι Εχθροί, μετατρέπονται  σ’ ένα αναδρομικό απολαυστικό διάβασμα, εφάμιλλο αν όχι ανώτερο του Σκιές στον ποταμό Χάντσον ή και του πρωτολείου του Η οικογένεια Μόσκατ, που ο ίδιος θεωρούσε ως το καλύτερό του.



Περιβαλλοντολόγος, γεωγράφος και μηχανικός ο Μιχάλης Μοδινός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950. Θεωρητικός και ακτιβιστής του οικολογικού κινήματος, συνεργάστηκε με διεθνείς οργανισμούς, δίδαξε σε ακαδημαϊκά ιδρύματα ανά τον κόσμο, ενώ υπήρξε ιδρυτής και εκδότης της Νέας Οικολογίας, πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Περιβάλλοντος και διευθυντής του Διεπιστημονικού Ινστιτούτου Περιβαλλοντικών Ερευνών. Στο δοκιμιακό - ερευνητικό του έργο περιλαμβάνονται τα βιβλία "Μύθοι της ανάπτυξης στους τροπικούς" (Στοχαστής), "Από την Εδέμ στο καθαρτήριο" (Εξάντας), "Τοπογραφίες" (Στοχαστής), "Το παιγνίδι της ανάπτυξης" (Τροχαλία) και "Η αρχαιολογία της ανάπτυξης" (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Από το 2005 στράφηκε συστηματικά στην λογοτεχνία και την κριτική της. 
Από τις εκδόσεις Καστανιώτη έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά του "Χρυσή ακτή", 2005, "Ο μεγάλος Αμπάι", 2007, "Επιστροφή", 2009 (βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη Ακαδημίας Αθηνών) "Η σχεδία", 2011 (Διάκριση της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων και υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Λογοτεχνικό Βραβείο) και "Άγρια Δύση - μια ερωτική ιστορία", 2013.
To προτελευταίο βιβλίο "Τελευταία έξοδος: Στυμφαλία" (2014) κυκλοφόρησε από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας.
Το τελευταίο βιβλίο του "Εκουατόρια" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.